Ζώνη διαφυγής

Ζώνη διαφυγής
Όχι η Ιστορία, αλλά τα είδωλα είναι που κατέρρευσαν. Επιτέλους, μπορούμε να ανασάνουμε ελεύθερα και να χαρούμε τη νέα αρχή δίχως περιττά εμπόδια να μας φράζουν τη θέα.

Φυγή προς τα εμπρός

Φυγή προς τα εμπρός
Καθ' οδόν ανακαλύπτουμε, συνθέτουμε, προσδιορίζουμε και επαναπροσδιοριζόμαστε, δοκιμάζουμε και δοκιμαζόμαστε. γινόμαστε δημιουργοί δεδομένων και αξιών.

Το Αιώνιο Διάβα της Ζωής

Το Αιώνιο Διάβα της Ζωής
Τώρα εμείς δημιουργούμε τον Χάρτη και η Οδός είναι τα δικά μας βήματα. Εμείς θέτουμε τους οδοδείκτες για όσους θέλουν να ταξιδέψουν μαζί μας.

_

_

Περιοδικό "Μηδέν Τελεία": διαθέσιμα σε ψηφιακή μορφή τα πρώτα τέσσερα τεύχη μας

Από το 2011 και με συνέπεια, η διαχειριστική ομάδα του Exit Area εκδίδει το περιοδικό "Μηδέν Τελεία". Στα τέσσερα τεύχη του, προσπαθήσαμε και συνεχίζουμε να επιχειρούμε την υπέρβαση των στεγανών, με μια ξεχωριστή αρθρογραφία απέναντι στην ιδεολογική και πολιτική ορθότητα, ενάντια στο καταστροφικό δίπολο Δεξιάς και Αριστεράς, με κεντρικούς θεματικούς άξονες τον Φυλετισμό και την Αναρχία. Με τις τόσες δυσκολίες που συναντούμε καθημερινά, με τη δεδομένη κρίση που περνάει η έντυπη έκδοση, το περιοδικό μας στέκεται ακόμα όρθιο, και το πιο σημαντικό, στην ποιοτική βάση που έχουμε θέσει εξ' αρχής ως προαπαιτούμενο. Τρία χρόνια έπειτα από τη σύλληψη της ιδέας για ένα έντυπο διαφορετικό από κάθε αντίστοιχο που κυκλοφορούσε μέχρι τότε, θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τους συντρόφους, φίλους και γενικότερα όσους μας γνώρισαν μέσω αυτού και στήριξαν την προσπάθειά μας. Ανακοινώνουμε με ιδιαίτερη χαρά ότι τα τεύχη #0, #1, #2 και #3 έχουν εξαντληθεί. Παρ' όλα αυτά, υπάρχει η δυνατότητα να τα διαβάσετε σε ψηφιακή μορφή.


Το νέο μας τεύχος, αναμένεται να κυκλοφορήσει σύντομα! Συνεχίζουμε μέσα από την έντυπή μας έκδοση να θέλουμε να κρατήσουμε όσο μπορούμε ζωντανό τον ρομαντισμό και τον ρεαλισμό του χειροπιαστού. Επιθυμούμε απέναντι στο εφήμερο και το απρόσωπο, να δώσουμε διάρκεια και σχήμα, να έρθουμε σε άμεση επαφή με όσους έχουν παρόμοιες ανησυχίες και να αγγίξουμε την ψυχή τους. Το "Μηδέν Τελεία" είναι εδώ, σε πείσμα των καιρών και των δυσκολιών. Και αυτό κάνει την κάθε ξεχωριστή κυκλοφορία του ακόμα πιο σημαντική.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η πείνα

| Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016
Άνοιξα το παράθυρο. Έβλεπα σε ένα χέρσο οικόπεδο, όπου είχαν τεντώσει ένα σκοινί για να απλώσουν ρούχα και η άκρη του πήγαινε αρκετά μακριά, στο βάθος και σταματούσε στα χαλάσματα ενός σιδεράδικου, που είχε πιάσει φωτιά τελευταία και το καθάριζαν τώρα κάποιοι εργάτες. Ακούμπησα και κοίταξα ψηλά. Σε λίγο θα ξημέρωνε εντελώς. Ήταν φθινόπωρο, στην εποχή εκείνη όπου όλα αρχίζουν να δροσίζουν, όλα αλλάζουν χρώμα, όλα πεθαίνουν. Οι φωνές του δρόμου με τραβούσαν έξω από το σπίτι. Αυτό το αδειανό δωμάτιο, που το πάτωμα του βούλιαζε και έτριζε όταν περπατούσα, μου φαινόταν σαν ένα μεγάλο, ξεχαρβαλωμένο φέρετρο. Η κλειδαριά του δεν έκλεινε καλά, και δεν είχε σόμπα. Συνήθιζα να βάζω τις κάλτσες μου κάτω από το πάπλωμα για να στεγνώνουν ως το πρωί. Όταν φυσούσε πολύ και ήταν ανοιχτή η κάτω πόρτα, άκουγες παράξενα σφυρίγματα να διαπερνούν το πάτωμα, και οι εφημερίδες που σκέπαζαν τους τοίχους απ' τις δυο μεριές της πόρτας σχιζόντουσαν πολλές φορές ίσαμε ένα πήχυ. Μόνο ένα πράγμα μου άρεσε εκεί μέσα, μια μικρή κόκκινη κουνιστή πολυθρόνα. Κάθε βράδυ ξάπλωνα εκεί και μισοκοιμισμένος, σκεφτόμουν και ταξινομούσα τις σκέψεις μου και τις εντυπώσεις μου. Σηκώθηκα και πήγα να δω το καλαθάκι που ήταν πλάι στο κρεβάτι μου, αν είχε μείνει τίποτε για για να φάω. Δεν βρήκα τίποτε, και ξαναγύρισα στο παράθυρο.

Θεέ μου! Σκέφτηκα, αξίζει πια τον κόπο να παραδέρνω ακόμα για να βρω δουλειά; Ως τώρα η υπομονή μου δεν βρήκε άλλο από ένα σωρό ψεύτικες υποσχέσεις ή ξερά όχι. Διαρκώς τρέφομαι με ψεύτικες ελπίδες, και κάθε μέρα ξαναρχίζω τα τρεχάματα που δεν καταλήγουν σε τίποτα. Όλες αυτές οι αποτυχίες με έχουν κάνει να χάσω το θάρρος μου. Μήπως δεν έφτασα στο σημείο να ζητήσω την θέση λογιστή; Αλλά ήταν πια αργά και εξάλλου δεν ήμουν ικανός να δώσω την εγγύηση των 50 κορωνών που απαιτούσαν. Πάντα παρουσιάζεται και από ένα εμπόδιο.

Προσπάθησα να πάω και στην πυροσβεστική υπηρεσία. Ήμασταν 50 υποψήφιοι και φουσκώναμε το στήθος μας για να κάνουμε τους δυνατούς και παίρναμε στρατιωτικές πόζες. Ένας επιθεωρητής μας εξέταζε έναν έναν, μας έπιανε τα μπράτσα και έκανε διάφορες ερωτήσεις. Όταν πέρασε από μπροστά μου κούνησε το κεφάλι του και είπε πως ήταν αδύνατο να με πάρουν επειδή φορούσα γυαλιά. Ξαναπήγα πάλι. Αυτή τη φορά είχα βγάλει τα γυαλιά μου και στεκόμουν ολόστητος, με σουφρωμένα φρύδια και με ένα βλέμμα κοφτερό σαν μαχαίρι. Ο επιθεωρητής όμως πέρασε μπροστά μου γελώντας.. με είχε αναγνωρίσει.

Αλλά το χειρότερο απ' όλα ήταν που τα ρούχα μου ήταν σε τόσο άθλια κατάσταση που δεν μπορούσα να παρουσιαστώ πουθενά σαν άνθρωπος. Είχα πάρει πια τον κατήφορο, σιγά σιγά αλλά και τόσο μονοκόμματα. Τώρα ήμουν σε μια κατάσταση αφάνταστης ανέχειας. Δεν είχα ούτε χτένι να χτενιστώ.. δεν είχα ούτε ένα βιβλίο για να διαβάσω στις ώρες τις απελπισίας μου. Όλο το καλοκαίρι το είχα περάσει στα νεκροταφεία και στο βασιλικό κήπο, εκεί περπατούσα, ονειροπολούσα, καθόμουν κι έγραφα τα άρθρα μου. Έγραφα τη μια στήλη πάνω στην άλλη. Είχα περίεργα ευρήματα, κι από το ανήσυχο μυαλό μου ξεπετιόνταν σπίθες γεμάτες φαντασία. 

Όμως η απελπιστική κατά σταση στην οποία βρισκόμουν, μού αφαιρούσε σιγά σιγά την κρίση μου και πολλές φορές διάλεγα θέματα εκτός επικαιρότητας, οπότε δεν τα δεχόταν. Κι όμως, πόση δουλειά δεν είχε χρειαστεί πολλές φορές για να τα γράψω! Όταν τελείωνα το ένα άρθρο, άρχιζα αμέσως το άλλο, χωρίς να με απογοητεύουν τα όχι των διευθυντών. Έλεγα μέσα μου πως κάποτε θα πετύχαινα. Και πράγματι, είχα μερικές φορές την τύχη να πληρωθώ πέντε ολόκληρες κορώνες για τη δουλειά ενός απογεύματος. Έφυγα από το παράθυρο και πήγα στην καρέκλα που είχα για τουαλέτα. Πήρα το παντελόνι μου. Ήταν ξασπρισμένο από το λιώσιμο. Το έβρεξα για να του ζωηρέψω το χρώμα και να το κάνω να φαίνεται λίγο πιο καινούργιο. Έβαλα στην τσέπη μου μολύβι και χαρτί και βγήκα. Κατέβηκα αθόρυβα την σκάλα. Είχαν περάσει αρκετές μέρες που έπρεπε να είχα πληρώσει το νοίκι κι εγώ δεν είχα πεντάρα. Έτσι δεν μπορούσα να πληρώσω τίποτε. 

Ήταν εννιά η ώρα. Ο αέρας ήταν γεμάτος από φωνές, από θορύβους που έκαναν τα αμάξια κι όταν αυτά ήταν μια φοβερή πρωινή συμφωνία όπου ανακατεύονταν τα βήματα των πεζών, και τα χτυπήματα που έκαναν τα καμτσίκια των αμαξάδων. Όλη αυτή η κίνηση με αναζωογόνησε κάπως. Βέβαια, δεν βγήκα εκείνο το πρωί για να πάρω τον αέρα μου. Τι τον χρειαζόταν τον αέρα τα πνευμόνια μου; Ήμουν δυνατός σαν τον Ηρακλή και μπορούσα να σταματήσω ολόκληρο αμάξι με τον ώμο μου. Ήμουνα σχεδόν κεφάτος. Η ατμόσφαιρα ήταν ωραία. Και με είχε συνεπάρει το γενικό αίσθημα ευθυμίας. Διασκέδαζα κοιτώντας του ανθρώπους που συναντούσα, και διάβαζα τα τοιχοκολλημένα προγράμματα. Άφηνα να με επηρεάζουν χίλια δυο μικροπράγματα, όλα εκείνα τα ασήμαντα πράγματα που διάβαιναν στο δρόμο μου και χάνονταν. Να είχα τίποτε να φάω μια τέτοια ωραία μέρα! Αυτό το τόσο καθάριο πρωινό με ερέθιζε, και ένιωθα πως πνιγόμουν από ζωή. 

απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου "Η Πείνα", του Κνουτ Χάμσουν
Read more »

Εχθρός Απηνής

| Σάββατο 2 Μαΐου 2015
Δεν ξέρω τι άλλο θέλει απ’ τη ζωή μου τούτος ο μπάσταρδος. Τον φροντίζω, τον προστατεύω, τον διακονώ. Δεν του ‘χω στερήσει ποτέ το παραμικρό. Ελευθερία, πάνω απ’ όλα ελευθερία. Πάντοτε με διάλογο, σχολή του Μοντεσόρι. Όπως κάθε καλομαθημένο κωλόπαιδο, έτσι κι αυτός. Πιάνει την ελευθερία και μου τήνε τρίβει κατάμουτρα. Μασάει το διάλογο και φτύνει στρεψοδικία. Εγώ φταίω πάντοτε για όλα. Αναμικιόρα φύση, της αγνωμοσύνης έπεται αναισχυντία. Ύστερα μου αλλάζει το τροπάρι και μου πουλάει αγάπες. Παίρνει κείνο το ύφος, Θεέ μου σχώρνα με, το γλυκερό, σαν νταβατζής· είναι φορές που μου γυρνάει τ’ άντερα ο παλιόπουστας.

Όλα τα κάνει για το καλό μου, ήθελε βρε κουτό να με δοκιμάσει. Φούμαρα! Οργίζομαι, θωρακίζομαι, αποτραβιέμαι. Ύστερα πλακώνει ο λογισμός, που λέει κι ο Γέροντας πως είναι του Διαβόλου. Ψιθυρίζει λόγια φρούδα κι ελπίδες πλάνες, όχι απαραίτητα με τούτη τη σειρά. Όλες του οι σιχαμένες δικαιολογίες, τ’ ανόητα ευφυολογήματα, κάθε του ταπεινωτικό νεύμα και βλέμμα καταφρόνιας, ξάφνου αρχίζουν ν’ αποκτάνε άλλο νόημα, να μπαίνουνε σε τάξη, στη δικιά του τάξη. Αρχίζει και μου λείπει, πρέζα στη φλέβα κι όλα τούτα τα καψούρικα που λεν υπό παρόμοιες περιστάσεις. Πόσο είμαι επιρρεπής στα τετριμμένα, ξέρει πως έχει δίκιο κάθε φορά που μου το κοπανάει.

Κάποτε καυχήθηκε, πως μπορεί να προσβάλει κάποιον εκατό φορές μέσα σε δέκα λεπτά, ενώ ο άλλος χαμογελάει, βέβαιος πως τον λούζει στους επαίνους. Ναι το καθίκι. Είχε τα μούτρα μπροστά μου να το πει. Είδα στα μάτια των άλλων τη χλεύη, πως τάχα τους το παίζει κάποιος, ο λιμοκοντόρος. Μονάχα να με ρώταγαν, ε ρε γλέντια έτσι κι άνοιγα το στόμα. Μόνο εγώ γνωρίζω τι σάπιο τομάρι είναι ο λεγάμενος, από μέσα κι απ’ έξω. Ύστερα σκέφτηκα πως μάλλον ήξεραν, αλλιώς δεν θα τον κάνανε παρέα. Ίσως η χλεύη ν’ απευθυνότανε σε μένα, που ‘χω δεχτεί προσβολές μυριάδες μυριάδων και κάθε φορά στεκόμουν να χαμογελάω σαν το ψημένο κεφάλι.

Δεν πα’ να ‘χω χίλια δίκια; Πάλι εγώ καταλήγω να του ζητάω συγνώμη και να τον παρακαλάω να τα βρούμε. Ξέρω πως εντέλει θα ενδώσει και θ’ αρχίσει για λίγο τις μαργιολιές. Ποιος θα τόνε ταΐζει, έχουνε κι άλλοι θαρρείς την έγνοια του, εποχές που ‘ναι; Εγώ ήμουνα πάντοτε δουλευτής. Έτσι μ’ έμαθε ο πατέρας μου, είχαμε αρχές στην οικογένεια. Σπούδαζα, έχτιζα καριέρα, μάζευα μπεζαχτά, ήμουνα τύπος κι υπογραμμός. Αυτός από πιτσιρικάς γουστάριζε να μπλέκει. Γύρευε να το παίζει ξύπνιος, χωνότανε σε όλα. Άντε να τρέχω να τον ξεμπλέκω, να διαβαίνω τις πιο επίφοβες ατραπούς, με το σκατό στην κάλτσα και την ψυχή στην κωλότσεπη, να τον προσέχω μη μου πάθει τίποτα. Έχει άντερα και μιλάει κιόλας το ρεμάλι.

Πάντοτε είχα κάτι στην άκρη για να γλεντάει τις έξεις του, ας ήμουν στριμωγμένος, ας δούλευα και διπλοβάρδια. Πού να μ’ αφήσει ν’ αγιάσω. Όσες δουλειές έκανα, καμιά δεν ήτανε του γούστου του, στράβωνε τη μούρη όλο ξινίλα. Πάντοτε σ’ επιφυλακή να μου κάνει χαλάστρα. Την τελευταία φορά, μόνο που δεν πλάκωσε στο ξύλο το αφεντικό, γιατί λέει δε μου μίλησε όμορφα. Με πέταξαν έξω με τις κλωτσιές εξαιτίας του, μες στη μαύρη κρίση.

Ό,τι πετύχαμε μαζί, ήτανε δικιές του επιτυχίες. Οι αποτυχίες ολάκερες δικές μου. Καμμία απόδειξη δεν ήτανε ποτέ αρκετή, να τον πείσει για την αξία μου. Ξέρεις τι θα πει, σε κάθε σου δοκιμασία, σ’ εξετάσεις, σε συνεντεύξεις για δουλειά, να ‘χεις έναν καριόλη να σου λέει ότι είναι πάνω απ’ τις δυνάμεις σου, ότι δεν είσαι επαρκώς προετοιμασμένος, πως καλύτερα να μην πας…

Μετά να μην μπορείς να τον κατηγορήσεις, γιατί το κάνει λέει για χάρη σου, για να μη σου κοστίσει η απόρριψη, που έτσι κι αλλιώς, βρε κουτό, είναι η πιθανότερη έκβαση. Μόλις τα πράγματα στραβώσουν, χάρη στις εξαιρετικές του επιδόσεις στο ψωλαρμένισμα, το γυρνάει στην κλάψα. Ο κόσμος είναι σμιλεμένος στα σκατά, το Μέγα Χάος τον έχει βάλει στο μάτι και τον εχθρεύεται, το Σύμπαν τον ειρωνεύεται και το Civas συνωμοτεί. Πάλι εγώ πρέπει να πάρω τα πάνω μου, να στύψω το ξερό μου να κατεβάσει κάποια λύση, να μαζέψω τα συντρίμμια μας –ΜΑΣ, μονάχα τότε υπάρχει Μας, γκέγκε;- ν’ αρχίσει φτου κι απ’ την αρχή ο ταπεινός μέρμηγκας, να χτίζει όσα εξανέμισε ο μπονβιβέρ  μυρμηγκοφάγος. 

Ήθελα να τον σκότωνα. Θα το ‘χε κάνει πρώτος αν μπορούσε. Το προσπάθησα. Δοκίμασα κάθε τρόπο. Τον απαγχόνισα. Του παλούκωσα την καρδιά. Του τίναξα τα μυαλά στον αέρα. Τον έσπρωξα από χαράδρες και γκρεμούς ιλιγγιώδεις. Τον πέταξα απ’ το πλοίο της γραμμής, μ’ εννιά μποφόρ καιρό, καταμεσής στο πέλαγο. Του κάκου. Έπεφτε αιμόφυρτος, φούνταρε στις υδάτινες αβύσσους, διαμελιζότανε στα Τάρταρα, μόνο και μόνο για να με κάνει να ελπίσω πρόσκαιρα, για μια στιγμή να γελαστώ, πως τάχα γλίτωσα από δαύτον. Θα ‘βρισκα κάποιον άλλο στη θέση του, όλα θ’ αλλάζανε, θα ‘ρχονταν άλλοι καιροί.

Μετά από λίγες μέρες ηρεμίας κι ανακούφισης, ξάφνου πεταγόταν κακοήθης κι ολοζώντανος να μου κόψει τη χολή, με κείνο το διεστραμμένο του γέλιο ν’ αντηχεί απευθείας μες στο κρανίο μου. Απελπισία. Το ξέρω πως είμαι ένας αποτυχημένος, μου το ‘χει εξηγήσει του λόγου του, καταλεπτώς κι επανειλημμένως. Όμως αν θες να περνιέσαι για έντιμος, τούτη τη φορά έχω δικαιολογία, δεν μπορείς να πεις. Πολλοί είν’ αυτοί που μπορούν να σκοτωθούν, από αγάπη ή από μίσος, ξέρεις όμως εσύ κανέναν ικανό να σκοτώσει τον εαυτό του; Να φονεύσει το Εγώ του, που με τόσες θυσίες και κόπους το ανάθρεψε, το άνδρωσε και το κουβάλησε, κόντρα σε κάθε αλήθεια, κάθε ήθος, κάθε έννοια απώτερου σκοπού; Μπορείς να εξολοθρέψεις κάτι που το ‘χεις ποτίσει με την ίδια σου την ψυχή, που σβήνει τη δίψα του στον υπόγειο ποταμό της ύπαρξής σου κι ύστερα πλένει τα ποδάρια του και κατουρά εκεί που ήπιε;

Γνώρισα ανθρώπους που μισήσανε τους ανθρώπους. Γνώρισα ανθρώπους που μίσησαν τον εαυτό τους. Άκουσα και γι’ άλλους, που οι άνθρωποι τους μίσησαν φρικτά κι έφεραν στο μέτωπο ανεξίτηλο σημάδι. Μα νόμιζα πως ήμουν εγώ απ’ όλους δυστυχέστερος, ο πιο κατάφωρα αδικημένος. Οίκτιρα το κεσμέτι μου κι όλο το σιμσιλέ μου, που μου ‘λαχε να με μισεί βαθιά το ίδιο μου το είναι, ο εαυτός μου πιότερο απ’ όλους. Σαν τόλμησα να πω τον πόνο μου στους άλλους, στην αρχή νόμισα πως με χλεύαζαν πάλι. Όμως εκείνοι γέλαγαν πικρά, δίχως χαρά, μόνο μ’ επίγνωση. Δεν βρέθηκε κανείς, που να μην είχε το Εγώ του εχθρό απηνή, δεσμοφύλακα κι Ιαβέρη του.
Κατάρα! Πάλι δεν τα κατάφερα, να ‘μαι σε κάτι ξεχωριστός.

πηγή: Otto Great Chaos
Read more »

Πόσο κοστίζει η Αλήθεια;

| Δευτέρα 12 Μαΐου 2014
Ο άνθρωπος περπατούσε σ’ εκείνα τα σοκάκια της επαρχιακής πόλης. Είχε χρόνο και γι’ αυτό κοντοστεκόταν για λίγο μπροστά σε κάθε βιτρίνα, σε κάθε κατάστημα, σε κάθε πλατεία. Στρίβοντας σε μια γωνία βρέθηκε μπροστά σε ένα ταπεινό κατάστημα που η ταμπέλα του ήταν λευκή. Περίεργος, πλησίασε στη βιτρίνα και κόλλησε το πρόσωπο του στο κρύσταλλο για να καταφέρει να δεί μέσα στο σκοτάδι. Το μόνο που φαινόταν ήταν ένα αναλόγιο μ’ ένα χειρόγραφο καρτελάκι που έγραφε: "Το μαγαζί της Αλήθειας". Ο άνθρωπος έμεινε έκπληκτος. Σκέφτηκε, ότι αν και διέθετε ανεπτυγμένη φαντασία, του ήταν αδύνατον να φανταστεί τί μπορεί να πουλούσαν. Μπήκε. Πλησίασε την κοπέλα που στεκόταν στον πρώτο πάγκο και τη ρώτησε: “Συγνώμη. Αυτό είναι το μαγαζί της αλήθειας;”

“Μάλιστα κύριε. Τί λογής αλήθεια θέλετε; Αλήθεια μερική, αλήθεια σχετική, αλήθεια στατιστική, πλήρη αλήθεια;” Ώστε, λοιπόν, πουλούσαν αλήθεια. Ποτέ δεν είχε φανταστεί οτι ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο. Να πηγαίνεις σ’ ένα μέρος και να παίρνεις την αλήθεια, ήταν υπέροχο. “Θέλω πλήρη αλήθεια” αποκρίθηκε ο άνθρωπος χωρίς ταλάντευση. “Είμαι τόσο απαυδισμένος από τα ψέματα και τις πλαστογραφίες” σκέφτηκε “Δε θέλω άλλες γενικεύσεις, ούτε δικαιολογίες, δε θέλω απάτες, ούτε κοροϊδίες.”. “Απόλυτη αλήθεια” διόρθωσε. “Μάλιστα κύριε. Ακολουθήστε με.” Η κοπέλα συνόδευσε τον πελάτη σ’ ένα άλλο μέρος του καταστήματος και δείχνοντας έναν πωλητή με αυστηρό ύφος, είπε: “Ο κύριος θα σας εξυπηρετήσει.”

Ο πωλητής πλησίασε και περίμενε τον πελάτη να μιλήσει. “Ήρθα να αγοράσω την απόλυτη αλήθεια.” “Συγνώμη, γνωρίζετε την τιμή;” “Όχι. Πόσο κοστίζει;” αποκρίθηκε τυπικά. Στην πραγματικότητα ήξερε οτι θα πλήρωνε όσο όσο για να έχει όλη την αλήθεια. “Για όλη την αλήθεια”, είπε ο πωλητής “το αντίτιμο είναι οτι ποτέ πιά δε θα έχετε την ησυχία σας.” Ένα ρίγος διέτρεξε τη ράχη του ανθρώπου. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι το κόστος θα ήταν τόσο υψηλό. “Ε..ευχαριστώ… Συγνώμη…” ψέλλισε.

Έκανε μεταβολή και βγήκε από το κατάστημα κοιτώντας το έδαφος. Ένιωσε λίγο θλιμμένος όταν κατάλαβε ότι δεν ήταν ακόμα προετοιμασμένος για την απόλυτη αλήθεια, ότι ακόμα χρειαζόταν ορισμένα ψέματα για να βρίσκει ανάπαυση, ορισμένους μύθους και εξιδανικεύσεις για να καταφεύγει, ότι ήθελε κάποιες δικαιολογίες για να μην αντιμετωπίζει τον ίδιο του τον εαυτό… “Ίσως αργότερα…” σκέφτηκε.
Read more »

Η συνωμοσία των ηρώων

| Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012
1. Μια εισαγωγή στο απόκρυφο κείμενο του Cesare della Riviera

«Ο μαγικός κόσμος των ηρώων» (Il mondo magico de gli heroi), το βιβλίο του Cesare della Riviera, δημοσιεύθηκε το 1605. Αργότερα, στον 20ό αιώνα, ο Julius Evola το αναδημοσίευσε με τα σχόλιά του, τα οποία βεβαιώνουν ότι σε αυτήν την ερμητική πραγματεία μπορεί να βρεθεί η πιο ανοιχτή και σαφής δήλωση των αρχών της πνευματικής αλχημείας και της ερμητικής τέχνης. Ο Rene Guenon επισημαίνει στην θεώρησή του εντούτοις, ότι το έργο του della Riviera απέχει πολύ σε διαφάνεια από ότι βεβαιώνεται στα σχόλια του Evola.

Και πράγματι, «ο μαγικός κόσμος των ηρώων» είναι οριακά αινιγματικός – πρώτον, στην λογοτεχνική του μορφή, και δεύτερον, επειδή στις έννοιες με τις οποίες ασχολείται ο συγγραφέας εμπεριέχεται κάτι εξαιρετικά μυστήριο σε αυτές, όχι ξεκάθαρο, και μην έχοντας κανένα αντίτιμο στη συγκεκριμένη πραγματικότητα.

Αλλά μήπως οι δυσκολίες στην κατανόηση του συγκεκριμένου θέματος προκύπτουν επειδή οι πολλές «ηρωικές αρχές», η φιγούρα του ήρωα, είναι μακριά από αυτό που μας περιβάλλει σήμερα; Μήπως αυτό το δύσκολο κείμενο είναι ξεκάθαρο για τους αληθινούς ήρωες και δεν απαιτεί περαιτέρω ανάλυση;

Είναι ξεκάθαρο και διαφανές όπως ο πάγος...

2. Κοσμογονία του πάγου

Στα βιβλία του Evola, που αφιερώνονται στα διάφορα προβλήματα της παράδοσης και της πολιτικής, υπάρχει πάντα μια έκκληση στην «αρχή του Κρύου» (principle of Cold). Το θέμα του κρύου προκύπτει από οπουδήποτε, ανεξάρτητα από εάν το θέμα αφορά το tantra ή την υπαρξιακή θέση του «απόμερου ατόμου», του zen-βουδισμού ή των ιπποτικών μυστηρίων της μεσαιωνικής Ευρώπης, της σύγχρονης τέχνης ή των αυτοβιογραφικών σημειώσεων. Το «κρύο» και η «απόσταση» είναι οι δύο λέξεις που ίσως βρίσκονται συχνότερα στο λεξικό του «Μαύρου Βαρόνου».
Ο ήρωας, εξ ορισμού, πρέπει να είναι κρύος. Εάν δεν διαχωρίσει τον εαυτό του από τους γύρω του, εάν δεν παγώσει τη θερμή ενέργεια του καθημερινού ανθρώπου μέσα του, δεν θα είναι σε επίπεδο εκτέλεσης τον αδύνατου, δηλαδή στο επίπεδο που ξεχωρίζει τον Ήρωα από έναν καθημερινό άνθρωπο. Ο ήρωας πρέπει να αφήσει τους ανθρώπους και να ταξιδέψει πέρα από το όρια των ανέσεων της κοινωνίας, όπου διαπερνώντας τους ανέμους μιας υλιστικής πραγματικότητας, θα βρυχηθεί αυστηρά και μη ανθρώπινα. Το χώμα και οι πέτρες αυξάνονται ενάντια στους ζωικούς και φυτικούς νόμους. Η επιθετική βλάστηση διαβρώνει τα μεταλλεύματα, και τα άγρια ζώα ποδοπατούν άσπλαχνα τα επίμονα χορτάρια. Τα στοιχεία έξω από την ανθρώπινη κοινωνία δεν παρουσιάζουν κανένα έλεος. Ο κόσμος σε αυτά είναι ένα θριαμβευτικό συμπόσιο της ουσίας, της οποίας το κατώτατο επίπεδο συγχωνεύει τα κομμάτια του κοσμικού πάγου. Ο ήρωας είναι κρύος, επειδή είναι αντικειμενικός, επειδή λαμβάνει την σκυτάλη της αυθόρμητης δύναμης, εξαγριωμένος και αγενής, από τον κόσμο.

Ο χαρακτήρας όλων των ηρώων - από τον Ηρακλή μέχρι τον Χίτλερ - είναι ίδιος: είναι απόλυτα φυσικοί, στοιχειώδεις, αρκετά κρύοι και απομακρυσμένοι από τον κοινωνικό συμβιβασμό. Είναι οι φορείς της αβύσσου της αντικειμενικότητας.

Στο παράξενο, ερμητικό τρόπο του Cesare della Riviera, η λέξη «Angelo» (άγγελος) ερμηνεύεται ως εξής: ANGELO = ANtico GELO, δηλ. ο άγγελος = ο αρχαίος πάγος.

Αυτό συνδέεται με την επόμενη φάση της ηρωικής πράξης, όχι ως ένα ταξίδι προς την πραγματικότητα, αλλά μια διαφυγή από τα όριά της - διαφυγή από τα παγωμένα δεσμά.

Η αλχημιστές και οι καμπαλιστές ξέρουν πολλά για το μυστικό του «Παγωμένου φρουρίου». Είναι ένα σύνορο που χωρίζει τα «χαμηλότερα νερά» της ζωής από τα «ανώτερα νερά» του πνεύματος. Η φράση του della Riviera έχει μια ακριβή θεολογική αίσθηση: αφήνοντας τη σφαίρα της συναισθηματικής ζωής, ο ήρωας γίνεται ένα μικρό κρύσταλλο πάγου, ένας φωτεινός άγγελος, στην υαλώδη θάλασσα του πνεύματος, όπου ένας θεϊκός θρόνος των βασιλιάδων ιδρύεται. Η Βασίλισσα του Χιονιού από το παραμύθι του Andersen, έχει μεταμορφώσει το αγόρι Kai σε κομμάτια πάγου με την μυστήρια αγγελική ονομασία «Ewigkeit», αλλά οι θερμές δυνάμεις της γης («Gerda» σημαίνει «γη» στα πρώιμα γερμανικά) έχουν επιστρέψει τον άτυχο ήρωα σε μια φτωχή και μάταιη ζωή. Αντί ενός αγγέλου, γίνεται στη συνέχεια κοκκινοπρόσωπο σκανδιναβικό μπιφτέκι με μπύρα και λουκάνικα. Το κρύο είναι μια ιδιότητα του πτώματος. Τα μέλη του σώματος του Jogi παγώνουν στο στάδιο του ξυπνήματος της ιερής ενέργειας του φιδιού - όσο υψηλότερο είναι το Kundalini, τόσο πιο άψυχα γίνονται τα αντίστοιχα μέλη του σώματος, έως ότου μετατραπεί σε παγωμένο άγαλμα, ένας άξονας πνευματικής σταθερότητας.

Κάθε ήρωας ταξιδεύει απαραιτήτως στον Πόλο, στην καρδιά της νύχτας. Εκεί μαθαίνει να αγαπά το σκοτάδι και την σκοτεινή ουσία, η οποία καλείται ως η «γη μας» από τους αλχημιστές ή την «φιλοσοφική λίθο». Το δοχείο που φέρει τις τέφρες του βαρόνου Evolaθάβεται σε έναν αλπικό παγετώνα, στην κορυφή του όρους Monte Rosa. Το βουνό πιθανώς ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του αγαπημένου του Friedrich ΙΙ Hohenstauffen, αυτού που δεν έχει πεθάνει. La Rosa di Soria. Το ρόδο του Πόλου.

3. Το ταξίδι της νύμφης του Πόλου

Ο Cyliani, ένας μυστήριος αλχημιστής του 19ου αιώνα του οποίου το ψευδώνυμο καθορίστηκε με τη βοήθεια του Pierre Dujols (Magaphon), φίλου του Fulcanelli και... ενός μυστήριου Valois, έγραψε ότι το ηρωικό ταξίδι του στον «Μαγικό κόσμο των ηρώων» άρχισε με μια παράξενη επίσκεψη από τη «Νύμφη του Πολικού Αστέρα»...

Πού οδηγούν τα βήματά της;

Οδηγούν μέσα. Μέσα στη γη, όπου ένα φανταστικό υλικό, που ονόμαζεται το «θειικό οξύ των φιλοσόφων», κρύβεται. “Occultum rectificando terrae interiora Visitabis invenies lapidem”. Η πέτρα είναι απολύτως μαύρη, σαν ψυχή, που τυλίγεται στο «pneuma antimimon» της Γνώσης. Εκεί, από τη μαυρίλα της προσωπικής αβεβαιότητας, από το αδιαφοροποίητο «Εγώ», γλιστρώντας μακριά από οποιοδήποτε όνομα, ο μαγικός άθλος αρχίζει. Εάν ο ήρωας δεν εξετάσει αυτό που αποτελεί την προφανή ουσία του, είναι καταδικασμένος. Ούτε οι θεϊκοί γονείς δεν δίνουν την απάντηση σε ένα πρόβλημα προέλευσης του «Εγώ».

4. Το μυστικό του θεϊκού δράκου

Η αναζήτηση της νύμφης συνδέεται με ένα αρχικό πρόβλημα, αυτό του καθορισμού των Πολικών Αστέρων. Ο θεϊκός πόλος περιστρέφεται γύρω-γύρω, όπως η «Atalanta fugiens». Μέχρι ένα λεπτό πλάσμα να κρυφτεί στη γούνα της Μεγάλης Άρκτου κοντά στον Arcturus. Αυτοαποκαλείται «Shemol». Σε 12 χιλιάδες χρόνια θα της πει: «είμαι η Αφροδίτη». Αλλά ποιος είναι αυτός ο άξονας, στον οποίο ο χορός των χιλιετιών πηγαίνει γύρω από αυτόν;
Μαύρη τελεία στον βόρειο ουρανό. Σπείρες δράκων γύρω της, βάζοντας σε πειρασμό τον ακλόνητο παρατηρητή, που προσφέρει τους αμφισβητήσιμους καρπούς της γνώσης. Η πολική νύμφη έχει δώσει στον Cyliani το κλειδί για τη νίκη ενάντια σε αυτόν τον δράκο. Οι ερμητιστές το θεωρούνε ένα θέμα του πρωταρχικής σπουδαιότητας. Θεϊκός δράκος, ο αληθινός βορράς της ελλειπτικής γης. Φρουρεί τη βόρεια καρδιά των μαύρων εκτάσεων, ως σπείρα περιγράφοντας το απόν κέντρο.

5. Το δεύτερο Betelgeuse

Ο Ωρίωνας είναι το πιο μυστήριος αστερισμός. Ο χρόνος κρύβεται στον δεξιό ώμο του. Είναι ο κύριος ήρωας του Κάτω (και όχι μόνο υπόγειου!) κόσμου. «Betelgeuse» σημαίνει ο «ώμος του ήρωα» στα αραβικά. Είναι σε εκείνον τον ίδιο τον ώμο που κρατιέται το μυστικό ενός βιβλίου που ο Fulcanelli έδωσε αρχικά στον Canseliet, και απέσυρε αργότερα, απαγορεύοντας την έκδοσή του. Το θέμα αφορά το «Finis Gloria Mundi», τρίτο βιβλίο του ειδικού. Όταν το γάλα της Περσεφόνης αγγίζει τοn μυώδη ώμο του «Μαύρου Θεού», και χάνει έτσι τα χέρια του κάτω από τα μαχαίρια των άσπλαχνων εκτελεστών, μια παγκόσμια πυρκαγιά έρχεται, η σφαίρα ανατρέπεται. Ο Ουρανός πέφτει. Αποτελείται από την πέτρα, όπως όλοι ξέρουμε. Οι ήρωες προετοιμάζουν κρυφά τους φοβερούς κλονισμούς στην κοινωνία. Μια κοινωνία που παρηγορείται με το γεγονός ότι έχει εκτοπιστεί από την ιστορία, αλλά πού είναι τα ακριβή σύνορα μεταξύ της λογοτεχνικής και πυρηνικής σειράς, μεταξύ μιας σκοτεινής γωνίας για περισυλλογή και του Carpet Bombing (Στρατ. όρος για την ισοπέδωση περιοχών από αέρος);
Στην συνείδησή μας, οι πράκτορες του Betelgeuse, κάτοικοι του «μαγικού κόσμου των ηρώων», που μεταμφιέζονται ως κυβερνητικοί αξιωματούχοι, έχουν χαράξει τον δρόμο για το μηχανοστάσιο του δικαίου τους. Υπάρχει μόνο η βεβαιότητα της θεϊκής ακολουθίας και των πομπικών κύκλων στα μυαλά τους. Μια πυρηνική πυρκαγιά του βόρειου ημισφαιρίου είναι μια διαδρομή προς τον Όλυμπο, η φωτιά του Ηρακλή για αυτούς.

Εκτός αν τα σχόλια του Evola είχαν μια μυστική αποστολή...

6. Το δάσος του Rambouillet

«Το δάσος του Rambouillet είναι ένα δάσος του αίματος» - επαναλαμβάνει υπνωτισμένα ο Jean Parvulesco στο μυθιστόρημά του. Ένα άσπρο ελάφι με κομμένο λαιμό βρίσκεται εκεί, έπειτα ένα πτώμα μιας γυμνής γυναίκας με τις ίδιες πληγές. Το μαγικό ξύλο στο οποίο ο Dante έχει χάσει τον δρόμο του. «Δάσος των φιλοσόφων». Σε μια γκραβούρα, που επεξηγεί ο «Σμαραγδένιος πίνακας» του Ερμή Τρισμεγίστου, το άτομο με το κεφάλι ελαφιού δίνει το φεγγάρι στην Εύα. Αργότερα, εάν πιστέψουμε τον Parvulesco, θα συναντηθούν και πάλι σε έναν κήπο του Rambouillet.
Ένα λυπημένο ραντεβού.

«Μια ημέρα ο Απόλλωνας θα επιστρέψει, και αυτή τη φορά για πάντα», - λέει η τελευταία Δελφική προφητεία στα μέσα του 4ου αιώνα μ.Χ.

Αλεξάντρ Ντούγκιν
πηγή: Λυκώρεια
Read more »

Rome - Hate Us And See If We Mind

 

Νο Copyright | www.exitarea.gr | για επικοινωνία: exitarea@yahoo.gr

Επιτρέπεται ελεύθερα η αναδημοσίευση, ακόμα και αν δεν αναφέρεται η πηγή.