Οι πρόσφατες ταραχές στο Μπέλφαστ ερμηνεύτηκαν αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της μετανάστευσης, της ξενοφοβίας ή της επιρροής της ακροδεξιάς. Αναμφίβολα, τα στοιχεία αυτά υπάρχουν και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο. Ωστόσο, αν περιοριστούμε σε αυτή την ανάγνωση, κινδυνεύουμε να παραβλέψουμε κάτι άλλο, κάτι βαθύτερο: το γεγονός ότι η Βόρεια Ιρλανδία εξακολουθεί να παράγει μορφές συλλογικής εξέγερσης σε μια εποχή όπου αρκετές δυτικές κοινωνίες μοιάζουν πολιτικά αδρανείς.
Το ερώτημα δεν είναι απλώς γιατί ξέσπασαν ταραχές αλλά γιατί το Μπέλφαστ εξακολουθεί να διαθέτει τη σπίθα, τη δυνατότητα της εξέγερσης. Η απάντηση βρίσκεται ίσως σε μια ιστορική ιδιαιτερότητα της Βόρειας Ιρλανδίας. Εδώ, η πολιτική δεν οργανώθηκε ποτέ αποκλειστικά γύρω από θεσμούς, κόμματα ή αφηρημένα προγράμματα. Η πολιτική υπήρξε πάντοτε υπόθεση κοινοτήτων, γειτονιών, οικογενειακών παραδόσεων και ιστορικής μνήμης. Το άτομο δεν νοούνταν ως απομονωμένος πολίτης αλλά ως μέλος μιας κοινότητας με παρελθόν, σύμβολα και συλλογικές αφηγήσεις. Αυτό ακριβώς είναι που συχνά αποκαλείται "ταυτότητα". Όμως, ο όρος είναι παραπλανητικός. Διότι υποδηλώνει κάτι στατικό, σχεδόν ψυχολογικό. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια μορφή ιστορικής συνείδησης. Για έναν τρόπο να βιώνει κανείς τον εαυτό του ως κρίκο μιας αλυσίδας δυναμικής, με έκταση σε παρελθόν, παρόν και μέλλον.
Ανέκαθεν η πολιτική δύναμη των κοινοτήτων της Βόρειας Ιρλανδίας αντλούνταν από αυτή την αίσθηση ιστορικής συνέχειας. Οι άνθρωποι δεν κινητοποιούνται μόνο από υλικά συμφέροντα ή θεσμικές διεκδικήσεις. Κινητοποιούνται όταν αισθάνονται ότι αποτελούν μέρος μιας ιστορίας μεγαλύτερης από τους ίδιους. Η "αίσθηση του ανήκειν" σε μια αλυσίδα γενεών προσδίδει στην πολιτική ένα υπαρξιακό βάθος που κανένα οικονομικό αίτημα δεν μπορεί από μόνο του να δημιουργήσει. Η μεγάλη μεταβολή των τελευταίων δεκαετιών δεν είναι ότι οι άνθρωποι έπαψαν να αναζητούν κοινότητες. Είναι ότι οι κοινότητες έχασαν τον ιδεολογικό τους ορίζοντα. Η Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής τερμάτισε σε μεγάλο βαθμό τον ένοπλο ανταγωνισμό μεταξύ των δύο παραδόσεων. Ταυτόχρονα όμως απορρόφησε και μεγάλο μέρος της πολιτικής ενέργειας που παρήγαγαν. Οι μεγάλες αφηγήσεις εξασθένησαν. Η ένωση με τη Βρετανία δεν εμπνέει πλέον το πάθος του παρελθόντος. Παράλληλα, η ενοποίηση της Ιρλανδίας παραμένει στόχος για πολλούς, αλλά δεν διαθέτει την υπαρξιακή ένταση που διέθετε τον 20ό αιώνα. Ωστόσο, η ανάγκη για συλλογική ταυτότητα δεν εξαφανίστηκε. Παρέμεινε. Και ακριβώς επειδή παρέμεινε, αναζητά νέα πεδία έκφρασης.
Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται η μετανάστευση. Το λάθος πολλών αναλύσεων είναι ότι θεωρούν πως η μετανάστευση αποτελεί την μοναδική αιτία των ταραχών. Στην πραγματικότητα λειτουργεί περισσότερο ως καταλύτης. Ενεργοποιεί βαθύτερους φόβους που αφορούν τη συνέχεια μιας κοινότητας μέσα στον χρόνο. Πίσω από τις εκφράσεις αυτές κρύβεται συχνά ένα θεμελιώδες πολιτικό ερώτημα: "Ποιοι είμαστε;" Και ακόμη περισσότερο: "Θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε ως αυτό που είμαστε;" Το ερώτημα αυτό δεν είναι κατ' ανάγκη αντιδραστικό. Είναι ένα από τα αρχαιότερα πολιτικά ερωτήματα της ανθρώπινης ιστορίας. Κάθε εθνικό κίνημα, κάθε επανάσταση, κάθε αγώνας ανεξαρτησίας θεμελιώθηκε πάνω σε αυτό. Η ειρωνεία είναι ότι η σύγχρονη Δύση δυσκολεύεται να κατανοήσει αυτή τη διάσταση. Ο φιλελεύθερος πολιτισμός αναγνωρίζει εύκολα τα ατομικά δικαιώματα, αλλά δυσκολεύεται να μιλήσει για τη συλλογική ανάγκη του ανήκειν. Αναγνωρίζει τον πολίτη. Δυσκολεύεται να αναγνωρίσει την κοινότητα. Έτσι, κάθε συλλογική αγωνία μεταφράζεται αμέσως ως παθολογία. Κάθε αναφορά στην ιστορική συνέχεια μιας ομάδας ερμηνεύεται ως φοβία. Αυτό όμως αφήνει αναπάντητο το βασικό ερώτημα της εποχής μας: πού θα βρουν οι άνθρωποι το αίσθημα της κοινής μοίρας;
Υπό αυτή την έννοια, οι ταραχές του Μπέλφαστ δεν αποτελούν απλώς ένα επεισόδιο κοινωνικής αναταραχής. Αποκαλύπτουν μια βαθύτερη ιστορική μετάβαση. Η επανάσταση ως πολιτικό σχέδιο έχει αποδυναμωθεί. Η ταυτότητα όμως παραμένει. Και μάλιστα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ακριβώς επειδή οι υπόλοιπες μορφές συλλογικής πίστης έχουν εξασθενήσει. Στο Μπέλφαστ βλέπουμε ίσως μια από τις πρώτες ευρωπαϊκές κοινωνίες που βιώνουν αυτή τη μετάβαση με τόσο έντονο τρόπο: τη μετάβαση από την εποχή των μεγάλων ιδεολογιών στην εποχή των μεγάλων ταυτοτήτων. Η εξέγερση δεν εξαφανίζεται, αλλά εξελίσσεται, αλλάζει αντικείμενο. Δεν στρέφεται πλέον προς την κατάκτηση ενός νέου κόσμου. Στρέφεται προς την υπεράσπιση ενός κόσμου που πολλοί αισθάνονται ότι χάνεται. Και γι' αυτό οι φωτιές στους δρόμους του Μπέλφαστ, όσο διαφορετικές κι αν είναι από εκείνες των προηγούμενων γενεών, εξακολουθούν να μεταφέρουν κάτι από την παλιά επαναστατική ενέργεια της Ιρλανδίας: όχι την πίστη σε μια ουτοπία, αλλά την πεποίθηση ότι οι κοινότητες έχουν δικαίωμα να υπερασπίζονται τη δική τους ιστορική ύπαρξη.
Κώστας Κ.






